δογκιχωτικός


δογκιχωτικός
-ή, -ό και δονκιχωτικός, -ή, -ό
1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει στον Δον Κιχώτη, μεγαλομανής, φαντασιόπληκτος
2. αυτός που δείχνει ψεύτικη γενναιότητα μπροστά σε ανύπαρκτους κινδύνους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στον Ι. Σκυλίτση].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δονκιχωτικός — ή, ό δογκιχωτικός*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.